Κοινωνία

Ένας ύμνος στους εποχικούς εργαζόμενους κι ένα μικρό ευχαριστώ.

Ένα περσινό κείμενο του φίλου και συγγραφέα Στέφανου Λίβου, αφιερωμένο σε όσους για τους επόμενους μήνες θα είναι εξαφανισμένοι από παντού, υπηρετώντας “την εθνική μας βιομηχανία”, τον τουρισμό.

Και δύο λόγια στον επίλογο για όσους κάνουν χρήση τον υπηρεσιών τους. Με ωραίο τρόπο παρακαλούμε:

Για όσους έχουν μεγαλώσει σε νησί, αυτές οι μέρες είναι ίδιες κάθε χρόνο. Είναι η έναρξη μιας ιεροτελεστίας γύρω από το βωμό του τουρισμού, όπου για τους επόμενους έξι μήνες θα θυσιαστούν ώρες ξεκούρασης, ανέμελα πρωινά, προσωπικές στιγμές με την οικογένεια. Όποιος έχει μεγαλώσει σε νησί, όπως εγώ, έχει τουλάχιστον μια μάνα, έναν πατέρα, έναν αδερφό που προετοιμάζεται για ένα ταξίδι που θα κρατήσει όλο το καλοκαίρι, όπως παλιά προετοιμάζονταν οι ναυτικοί για τα υπερπόντια αρμενίσματα.

Υπήρχαν χρονιές που ο πατέρας μου έφευγε από το σπίτι στις 7.30 το πρωί και γυρνούσε στη 1 τη νύχτα ή και αργότερα. Χωρίς ούτε ένα ρεπό για έξι ολόκληρους μήνες. Και δεν ήταν ο μόνος. Χιλιάδες άνθρωποι στα νησιά περνάνε κάθε χρόνο τα ίδια προκειμένου να εξυπηρετήσουν τους τουρίστες που σαν θεατές βλέπουν την παράσταση να εκτυλίσσεται μπροστά τους χωρίς να γνωρίζουν όλη τη δουλειά και την προεργασία που έχει γίνει στις πρόβες και συνεχίζεται στα παρασκήνια.

Οι οικογένειες, πάλι, που μένουν πίσω, περνούν μοναχικά τα μεσημέρια και τα βράδια τους, συμμετέχουν λειψές σε όλες τις κοινωνικές εκδηλώσεις και ανυπομονούν για το χειμώνα προκειμένου να ενωθούν πάλι και να καθίσουν ξανά όλοι μαζί γύρω από το τραπέζι για το βραδυνό τους.

Όσο ευχάριστες ή δυσάρεστες εμπειρίες κι αν έχει κάποιος στις καλοκαιρινές του διακοπές, ας έχει στο μυαλό του μια καθολική αλήθεια, πως όσοι δουλεύουν σε τουριστικά επαγγέλματα δεν καταλαβαίνουν ούτε από καλοκαίρι ούτε από μπάνια ούτε από διακοπές. Αυτό που ξέρουν είναι ότι το ποτήρι είναι θολό, ότι το φαγητό είναι άνοστο, ότι το δωμάτιο 245 θέλει καθάρισμα, ότι ο προμηθευτής δεν έφερε ακόμα τα κρεμμύδια και πώς θα μαγειρέψω κοκκινιστό, ότι το ψυγείο θέλει γέμισμα και πρέπει κάποιος να φέρει από την αποθήκη τα γεμάτια καφάσια.

Τα έζησα από μικρός και τα βίωσα ακόμα καλύτερα όταν μπήκα κι εγώ στο χορό. 16.30 το μεσημέρι, καλοκαίρι, η θερμοκρασία να βγαίνει έξω από το θερμόμετρο κι εσύ να πρέπει να στρώσεις τα τραπέζια φορώντας πουκάμισο ή μπλούζα, προσπαθώντας να είσαι ευγενικός με όσους γυρνούσαν από τη θάλασσα και πήγαιναν για το δροσερό ντουζ, που τόσο πολύ ονειρευόσουν εκείνη τη στιγμή.

Υπάρχουν χιλιάδες καραγκιόζηδες που θα προσπαθήσουν και φέτος να σε εξαπατήσουν, να σε πιάσουν από το δρόμο υποσχόμενοι δωρεάν κρασί ή γλυκό, που θα σου φέρουν ένα λαδωμένο δελτίο παραγγελίας αντί για απόδειξη, που θα σε υπερχρεώσουν επειδή έτυχε ο παππούς τους να είχε ένα χωράφι εκεί που το ηλιοβασίλεμα πέφτει πολύχρωμο.

Μην τους αφήσετε, διαμαρτυρηθείτε, και κάντε τους και καταγγελία. Αλλά μη βγάλετε το θυμό σας στον πιτσιρικά που σας φέρνει το φαγητό και χύνει το κρασί γιατί σκέφτεται την γκόμενα που περιμένει το βράδυ για να τον δει ή τον 50άρη που την άλλη μέρα έχει να πάει στην τράπεζα να πληρώσει λογαριασμούς. Σκεφτείτε τις γυναίκες που λιώνουν τα χέρια τους στη λάντζα και τους μάγειρες που ιδρώνουν στην ψησταριά για να βγάλουν την μπριζόλα σας στο σωστό χρόνο.

Επιμύθιο: όλοι εσείς που προετοιμάζεστε για το ξεκίνημα της καλοκαιρινής σεζόν, εσείς που θα βγάλετε το καλοκαίρι σας χωρίς ούτε ένα ρεπό, να ξέρετε ότι εμείς που έχουμε περάσει τα ίδια είμαστε μαζί σας. Σας ευχόμαστε καλό κουράγιο και καλή δύναμη.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s